Γεωργίου Χρ. Γεώργιος
Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:
https://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=63242&-V=limmata
Γεωργίου Χρ. Γεώργιος
Γεώργιος Χρ. Γεωργίου (1940-) είναι Κύπριος αγιογράφος και ζωγράφος, με σημαντική και μακρόχρονη παρουσία στην εκκλησιαστική ζωγραφική της Κύπρου. Γεννήθηκε το 1940 στο Πατρίκι της επαρχίας Αμμοχώστου. Σπούδασε στην Αθήνα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μαθήτευσε κοντά στον Φώτη Κόντογλου, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αναβίωσης της βυζαντινής παράδοσης στη νεότερη ελληνική τέχνη. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας φιλοτέχνησε τοιχογραφίες και φορητές εικόνες σε zahlreiche ναούς και μονές της Κύπρου, με σημαντικότερα έργα στη Μονή Κύκκου και στον ναό του Αποστόλου Ανδρέα Χαράκη στη Λεμεσό.
Παιδικά χρόνια και εκπαίδευση
Ο Γεώργιος Γεωργίου μεγάλωσε στο Πατρίκι, σε οικογένεια με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Από τα μαθητικά του χρόνια έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική, στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Επιθυμούσε να συνεχίσει τη φοίτησή του στο γυμνάσιο, γεγονός που δεν ήταν αυτονόητο για ένα παιδί της υπαίθρου της εποχής.
Το 1951 ο πατέρας του μετανάστευσε στην Αυστραλία, ενώ η μητέρα του παρέμεινε στην Κύπρο και εργάστηκε για τη συντήρηση της οικογένειας. Καθοριστική υπήρξε η ενθάρρυνση του δασκάλου του Θεοφάνους από τον Στρουμπί, ο οποίος διέκρινε τις δυνατότητές του και τον παρότρυνε να συνεχίσει τις σπουδές του.
Ο Γεωργίου εγκαταστάθηκε στην Αμμόχωστο, όπου συνέχισε τη φοίτησή του στο γυμνάσιο. Η πόλη αποτέλεσε ουσιαστικά το δεύτερο σπίτι του και το περιβάλλον μέσα στο οποίο άρχισε να αναπτύσσεται η καλλιτεχνική του δραστηριότητα.
Τα γεγονότα του 1956
Ως μαθητής της Δ΄ τάξης του γυμνασίου συμμετείχε στις μαθητικές και εθνικές κινητοποιήσεις του 1956. Στις 7 Φεβρουαρίου 1956, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στην Αμμόχωστο, σκοτώθηκε ο συμμαθητής του Πετράκης Γιάλλουρος. Μετά τα γεγονότα το γυμνάσιο έκλεισε και ο Γεωργίου επέστρεψε προσωρινά στο Πατρίκι.
Την περίοδο αυτή ο πατέρας του τον κάλεσε να μεταβεί στην Αυστραλία. Ο ίδιος, ωστόσο, επιθυμώντας να αποκτήσει επαγγελματικές δεξιότητες, έμαθε διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα, μεταξύ των οποίων την ξυλουργική, την υποδηματοποιία και την ραπτική, ώστε να μη βρεθεί στην Αυστραλία αποκλειστικά ως ανειδίκευτος εργάτης.
Παράλληλα συνέχισε να ζωγραφίζει. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειχνε για μορφές ηρώων του 1821, τις οποίες φιλοτεχνούσε για τις εθνικές εκδηλώσεις του χωριού.
Η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου
Η ζωγραφική του δραστηριότητα προκάλεσε το ενδιαφέρον εκκλησιαστικών κύκλων. Αφού ένας αρχιμανδρίτης είδε τα έργα του και του ανέθεσε να φιλοτεχνήσει ακόμη δύο, ο νεαρός Γεωργίου έλαβε δακτυλογραφημένη επιστολή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στην οποία ο Αρχιεπίσκοπος τον συνεχάρη για την επίδοσή του. Σύμφωνα με την προσωπική του μαρτυρία, στην επιστολή αναφερόταν ότι η Εκκλησία δεν μπορούσε τότε να τον βοηθήσει οικονομικά, αλλά θα το έπραττε σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η ενθάρρυνση αυτή υπήρξε σημαντική για την απόφασή του να παραμείνει στην Κύπρο και να συνεχίσει τις σπουδές του.
Επέστρεψε στο γυμνάσιο, πέτυχε στις γραπτές και προφορικές εξετάσεις και επανάρχισε τη φοίτησή του τον Σεπτέμβριο του 1956. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό, στην περιοχή της Αγίας Ζώνης, μαζί με άλλους μαθητές από την επαρχία Αμμοχώστου.
Η καλλιτεχνική δραστηριότητα στα μαθητικά χρόνια
Στο γυμνάσιο είχε δασκάλους, μεταξύ άλλων, τον Κυριάκο Χατζηιωάννου, τον Σάκη Νικολάου και τον Παναγιώτη Σέργη. Ιδιαίτερη θέση στη διαμόρφωσή του είχε ο καθηγητής μουσικής Γιάνγος Μιχαηλίδης, ο οποίος του δίδαξε μουσική ιστορία και τον ενέταξε σε μουσικό σύνολο.
Παρά το γεγονός ότι στο σχολείο δεν υπήρχε ειδικός καθηγητής εικαστικών, ο Γεωργίου ανέπτυξε έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα. Φιλοτεχνούσε σκηνικά, διακοσμήσεις και σκηνικές κατασκευές για σχολικές παραστάσεις, θρησκευτικές και εθνικές εκδηλώσεις.
Το 1959, για την παράσταση της «Ιφιγένειας εν Ταύροις», σχεδίασε και κατασκεύασε τα σκηνικά. Η σχολική του εργασία τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος μεταξύ των γυμνασίων της Κύπρου. Η παράσταση παρουσιάστηκε αρχικά στο Ηραίον της Αμμοχώστου και στη συνέχεια στο θέατρο Παλλάς στη Λευκωσία. Επειδή το σκηνικό ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, χρειάστηκε να κοπεί σε τμήματα και να συναρμολογηθεί εκ νέου για να χωρέσει στη σκηνή του θεάτρου.
Ανάλογη επιτυχία είχε και το σκηνικό για τον «Γεφύρι της Άρτας», όπου χρησιμοποίησε ύφασμα και σύρμα για τη δημιουργία τρισδιάστατης αναπαράστασης του καταρρέοντος γεφυριού.
Την ίδια χρονιά συμμετείχε και στα Ανθεστήρια, κατασκευάζοντας το σχολικό άρμα, το οποίο απέσπασε το πρώτο βραβείο. Για τη συνολική προσφορά του τιμήθηκε από το σχολείο με χρηματικό βραβείο 20 λιρών και ασημένιο κύπελλο.
Σπουδές στην Αθήνα και μαθητεία στον Φώτη Κόντογλου
Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, ο Γεωργίου μελέτησε συστηματικά βιβλία τέχνης στη βιβλιοθήκη της Αμμοχώστου. Ιδιαίτερη εντύπωση του είχε προκαλέσει η τέχνη του Μιχαήλ Αγγέλου.
Με τα χρήματα του βραβείου που είχε λάβει ταξίδεψε στην Αθήνα. Ο καθηγητής του Σάκης Νικολάου τον έφερε σε επαφή με τον Φώτη Κόντογλου (1895-1965), στον οποίο και μαθήτευσε. Παράλληλα φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Η μαθητεία του δίπλα στον Κόντογλου υπήρξε καθοριστική για την καλλιτεχνική του πορεία και τον προσανατολισμό του προς τη βυζαντινή αγιογραφία.
Ο Κόντογλου θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής αγιογραφίας και της επιστροφής στη βυζαντινή εικαστική παράδοση. Η σχέση του με τον Γεωργίου συνεχίστηκε και μέσα από πρακτική εργασία σε εκκλησιαστικά έργα.
Η Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη
Στο πλαίσιο της μαθητείας του κοντά στον Κόντογλου, ο Γεωργίου στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμμετείχε σε εργασίες που συνδέονταν με τη μελέτη, τον καθαρισμό και τη συντήρηση βυζαντινών μνημείων. Μεταξύ αυτών αναφέρεται και η Μονή της Χώρας (Kariye Camii).
Σύμφωνα με μεταγενέστερη μαρτυρία του ίδιου, συνεργάστηκε εκεί με Αμερικανούς συντηρητές, παρακολουθώντας τις εργασίες καθαρισμού των βυζαντινών ψηφιδωτών και τοιχογραφιών. Η εμπειρία της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για την εξοικείωσή του με τα αυθεντικά βυζαντινά πρότυπα.
Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη μελέτησε επίσης βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία, πραγματοποιώντας αντίγραφα έργων και μελετώντας την τεχνική και την εικονογραφική παράδοση.
Επιστροφή στην Κύπρο
Το 1961 επέστρεψε στην Κύπρο ως μέλος της ομάδας του Κόντογλου, η οποία ανέλαβε την αγιογράφηση του ιερού του ναού των Αγίων Ομολογητών στη Λευκωσία. Η εργασία αυτή αποτέλεσε την πρώτη σημαντική εμπειρία του σε μεγάλης κλίμακας αγιογράφηση στην Κύπρο.
Από το 1962 άρχισε να αναλαμβάνει αυτόνομα έργα. Μεταξύ των πρώτων σημαντικών παραγγελιών του ήταν τέσσερις εικόνες για το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Βαρνάβα στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου, έπειτα από ανάθεση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Από τότε αφιερώθηκε συστηματικά στην αγιογραφία, θεωρώντας ότι η τέχνη δεν πρέπει να αποτελεί απλώς αντικείμενο αισθητικής θέασης, αλλά να λειτουργεί μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο.
Έργο στην Κύπρο
Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης δραστηριότητάς του φιλοτέχνησε τοιχογραφίες και εικόνες σε ναούς και παρεκκλήσια σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.
Μεταξύ των έργων που συνδέονται με το όνομά του περιλαμβάνονται:
ο Άγιος Νικόλαος Έγκωμης στη Λευκωσία,
ο ναός του Αποστόλου Ανδρέα,
ο Άγιος Νεκτάριος Πλατύ, έργο του 1991,
ο ναός της Αγίας Τριάδας στη Λεμεσό,
η Παναγία Τριχερούσα στη Λεμεσό,
η Παναγία Χρυσαϊφυλιώτισσα στην Αγία Φύλα Λεμεσού,
ο Άγιος Σπυρίδων στη Γεροσκήπου,
το παρεκκλήσιο του Χριστού στο Ίδρυμα Αγίου Ιωάννη,
ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους στη Μελβούρνη, αφιερωμένος στη μνήμη του πατέρα του.
Η Παναγία Χρυσαϊφυλιώτισσα στην Αγία Φύλα αποτελεί ένα από τα έργα με τα οποία συνδέθηκε ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της δραστηριότητάς του. Το 2013, σε ηλικία 72 ετών, φωτογραφίζεται και αναφέρεται ως εργαζόμενος πάνω σε σκαλωσιά για την αγιογράφηση του ναού.
Η αγιογράφηση της Μονής Κύκκου
Ιδιαίτερη θέση στην εργογραφία του κατέχει η Μονή Κύκκου, όπου εργάστηκε συνολικά περίπου δώδεκα χρόνια. Για ένα σημαντικό διάστημα, περίπου πέντε χρόνια, εργάστηκε συστηματικά και σχεδόν αποκλειστικά στη μονή, διαμένοντας εκεί.
Η αγιογράφηση της Μονής Κύκκου αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και πλέον απαιτητικά έργα της καλλιτεχνικής του πορείας και συνδέεται με τη συστηματική εφαρμογή της βυζαντινής εικονογραφικής παράδοσης που είχε διδαχθεί από τον Κόντογλου.
Η Αυστραλία και τα μεταγενέστερα έργα
Το 1977 ταξίδεψε στην Αυστραλία με χρήματα που είχε συγκεντρώσει από την εργασία του, προκειμένου να συναντήσει την οικογένειά του, την οποία δεν είχε δει από το 1957.
Στην Αυστραλία συνδέθηκε επίσης με την ελληνική ομογένεια και την εκκλησιαστική παράδοση, ενώ φιλοτέχνησε έργα σε ορθόδοξους ναούς, μεταξύ των οποίων και ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους στη Μελβούρνη.
Ο τρούλος του Αποστόλου Ανδρέα Χαράκη
Ένα από τα σημαντικότερα μεταγενέστερα έργα του είναι η αγιογράφηση του θόλου του ναού του Αποστόλου Ανδρέα Χαράκη στη Λεμεσό, την οποία πραγματοποίησε κατά την περίοδο 2016-2019.
Το έργο κάλυψε έκταση περίπου 1.000 τετραγωνικών μέτρων και χρειάστηκε περίπου τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ο Γεωργίου αφιέρωσε το έργο στη μνήμη των γονέων του, Χρυσοστόμου και Πεζουνούς Γεωργίου Κουτσιουμή, οι οποίοι είχαν πεθάνει στην Αυστραλία.
Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την έκταση της συγκεκριμένης αγιογράφησης ως πιθανώς τη μεγαλύτερη επιφάνεια θόλου που έχει αγιογραφηθεί στην Κύπρο.
Χρονολόγιο
1940 – Γεννιέται στο Πατρίκι της επαρχίας Αμμοχώστου.
1951 – Ο πατέρας του μεταναστεύει στην Αυστραλία.
1956 – Συμμετέχει στις μαθητικές κινητοποιήσεις στην Αμμόχωστο. Στις 7 Φεβρουαρίου σκοτώνεται ο συμμαθητής του Πετράκης Γιάλλουρος.
1956-1959 – Συνεχίζει τη φοίτησή του και αναπτύσσει έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα στο γυμνάσιο.
1959 – Φιλοτεχνεί τα σκηνικά για την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» και τον «Γεφύρι της Άρτας». Κερδίζει επίσης το πρώτο βραβείο στα Ανθεστήρια με το σχολικό άρμα.
1959/1960 – Μεταβαίνει στην Αθήνα, σπουδάζει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μαθητεύει κοντά στον Φώτη Κόντογλου.
1960-1961 – Συμμετέχει σε εργασίες αγιογράφησης και μελέτης βυζαντινών μνημείων, μεταξύ άλλων στην Κωνσταντινούπολη και στη Μονή της Χώρας.
1961 – Επιστρέφει στην Κύπρο ως μέλος της ομάδας του Κόντογλου για την αγιογράφηση των Αγίων Ομολογητών στη Λευκωσία.
1962 – Αναλαμβάνει τα πρώτα σημαντικά αυτόνομα έργα του, μεταξύ των οποίων τέσσερις εικόνες για το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Βαρνάβα στην Αρχιεπισκοπή.
1960-1970 – Εργάζεται σε ναούς και παρεκκλήσια σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.
1977 – Ταξιδεύει στην Αυστραλία και συναντά την οικογένειά του.
1991 – Αγιογραφεί τον Άγιο Νεκτάριο στο Πλατύ.
1999-2000 – Σύμφωνα με τη βιογραφική παράδοση, η αγιογράφηση της Μονής Κύκκου καταγράφεται στις ελληνικές εκδόσεις των Ρεκόρ Guinness.
2013 – Παρουσιάζεται σε συνέντευξη σχετικά με την αγιογραφία και τη μαθητεία του κοντά στον Κόντογλου, ενώ εργάζεται στην Παναγία Χρυσαϊφυλιώτισσα στην Αγία Φύλα.
2016-2019 – Αγιογραφεί τον θόλο του Αποστόλου Ανδρέα Χαράκη στη Λεμεσό, σε έκταση περίπου 1.000 τ.μ.
Πηγές
1.Μαρίνα Σχίζα, Η Αμμόχωστος της εικαστικής δημιουργίας, Σύλλογος Αποφοίτων των Ελληνικών Γυμνασίων Αμμοχώστου, Β’ επαυξημένη έκδοση, Λευκωσία, 2026.
2.Αγιογραφικές Μελέτες, «Ο Κύπριος μαθητής του Φ. Κόντογλου Γεώργιος Γεωργίου – Για την εικόνα της Αναστάσεως», 10 Μαΐου 2013.








